“Είμαι κι εγώ από τους εναπομείναντες παλιούς Αγιονικολιώτες που ο τόπος αυτός έχει συνδεθεί με τις αναμνήσεις μιας εποχής, με τις αναμνήσεις της παιδικής μου ζωής […] Σε αυτήν τη μεριά, την αριστερή, υπήρχε μια τεράστια βαγιά που ερχόμασταν σαν παιδιά και παρακολουθούσαμε τους «ματζάρους». Τι ήταν οι ματζάροι; Οι ματζάροι ήταν κάτι μεγάλα πουλιά, τα οποία πετούσαν σε αυτόν εδώ τον χώρο και μετά καθίζανε απάνω στη βαγιά. Για μας βέβαια, παιδιά τότε, ήταν μεγάλη υπόθεση να βλέπουμε αυτά τα όρνεα, τα μεγάλα πουλιά, να πετάνε πάνω από τον Αλμυρό.
Εκείνο δε που μου έχει μείνει είναι ότι τα χρόνια εκείνα, ακριβώς σαν τέτοιες μέρες, με πήρε η μάνα μου από την Κριτσά, φορτώσαμε τον γάιδαρο και ήρθαμε εδώ και με τη γιαγιά μου και πλέναμε τις μπατανίες. Ήταν ακριβώς οι μέρες της «Μάχης της Κρήτης». Ενθυμούμαι το εξής περιστατικό: επεράσανε τα γερμανικά στούκας και είδανε τις μπατανίες απλωμένες και νομίζανε ότι ήταν καταυλισμός. Χαμηλώσανε κι αρχίσανε με τα πολυβόλα και κάνανε ολοτρύπητες τις μπατανίες κι οτιδήποτε άλλο υπήρχε απλωμένο εκεί στην περιοχή κι εμείς επέσαμε μέσα σε ρυάκια νερού για να γλιτώσουμε. Αυτό το πράγμα μου έχει μείνει στη ζωή μου, ανεξίτηλο μέσα στο μυαλό και δεν θα το ξεχάσω ποτέ”.